Εφόσον οι τέχνες εκφράζουν, κατά
κοινή ομολογία, τα ατομικά, κοινωνικά, υπαρξιακά μας αδιέξοδα, απτή απόδειξη
αυτού, θα μπορούσαν να είναι και τα σπαράγματα που δραπετεύουν μέσα από τις
σελίδες του Μάκη Τσίτα, που, παρόλη την προσπάθειά του να τα λειάνει για λόγους
καθαρά ανθρωπιστικούς, αυτά επιμένουν να κάνουν γνωστή, ευτυχώς, την παρουσία
τους, αποτρέποντας κατ’ αυτό τον τρόπο,
τη διολίσθηση σε παραμέτρους άσχετους το πόνημα· έκβαση που θα μείωνε μετά βεβαιότητος, τόσο την ποιότητα της
γραφής, όσο και την απήχηση, το αναγνωστικό του εύρος! Το να διαφεύγει
αυτό τον σκόπελο στις μέρες μας όμως
κανείς, αν μη τί άλλο, πρέπει να διαθέτει πλήρη γνώση του κινδύνου που
ελλοχεύει, εγκυμονεί και την ανάλογη βούληση, παιδεία, ευαισθησία, αισθητική!
Δεν κομίζει γλαύκαν, αν
ισχυριστεί, βέβαια, κανείς, ότι, όλοι, λίγο πολύ, έχουμε πέσει θύματα, κατά
καιρούς, της υπερβολής η οποία επιφυλάσσει τους δυσμενέστερους, διαπροσωπικούς,
σχολιασμούς, στους επισκέπτες της, καθώς
ανοίγει μέσω αυτών η ατραπός της θλίψης, της αυτοαναίρεσης και της
αποδοκιμασίας. Καταστάσεις στις οποίες περιέρχονται συχνά οι δραματοποιημένοι
χαρακτήρες του Μάκη Τσίτα, στο νεοεκδοθέν έργο του «Τσίχλες ταξιδίου»,
καθόσον, είτε από ανάγκη επιβεβαίωσης, είτε από έλλειψη επικοινωνίας,
οδηγούνται στην υπέρβαση των ορίων τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται εν τη ρύμη
του λόγου, τον κίνδυνο της αυτοπαγίδευσης που ελλοχεύει με σκοπό την μερική ή
ολική απομυθοποίηση, δεδομένου ότι το έργο δεν είναι
μία επιφανειακή κατασκευή, αλλά μία μελέτη χαρακτήρων που αναζητούν μες τα
σπαράγματα, αν όχι την επιβεβαίωση, τη λύτρωσή τους, την αποδοχή, τουλάχιστο
την επιείκεια κατά την κρίση· τη συνείδηση του αναγνώστη.
Πέραν αυτού, αυτών, όμως, αυτό που έχει σημαίνουσα αξία,
σημασία, σε ένα έργο λόγου, όπως το
συγκεκριμένο, δεν είναι η σύλληψη, αυτή καθ’ αυτή, μόνον· η κατάθεση, καταγραφή κάποιων
σκέψεων, συμπεριφορών και χαρακτήρων, αλλά και η αρχιτεκτονική του, ο τρόπος
σύνθεσης, δόμησής του και το, κεκαλυμμένο ή μη, ιδεολογικό, περιεχόμενο, με
προφανή λόγο τις, θετικές ή αρνητικές, επιπτώσεις, έναντι των ιδίων, του κοινωνικού συνόλου και του δημιουργού του
φυσικά, που, δια της υπογραφής του, αναλαμβάνει, εν τινί μέτρω, την ατομική,
κοινωνική ευθύνη των χαρακτήρων που διαμορφώνει, υιοθετεί, καθόσον, μέσω αυτών,
γίνεται μέτοχος και διαμορφωτής της τρέχουσας κοινωνικής, αισθητικής,
γλωσσικής, πραγματικότη-τας, δοθέντος ότι η τέχνη, παράγει γνώση, ήθος,
πολιτισμό· αρνητικό ή θετικό ―αδιάφορο!
Υπ’ αυτό το πρίσμα, δύσκολα θα
ενέτασσε σε κάποιο από τα υπάρχοντα καλλιτεχνικά ρεύματα το συγκεκριμένο έργο
οιοσδήποτε αναγνώστης, παρατηρητής, δεδομένου ότι δημιουργεί την υποψία ότι
υπηρετεί από μόνο του μια νέα μορφή έκφρασης, ότι διαμορφώνει μια νέα
εκφραστική πραγματικότητα.
Παρά
ταύτα, αυτό που είναι εμφανές διά γυμνού οφθαλμού, είναι ότι το ύφος του
συγκεκριμένου έργου, η δομή, η
αρχιτεκτονική του, είναι αρκούντως θεατρική, καθώς διέπετε από μία ελεγχόμενη σκηνική οικονομία και μια
σημαίνουσα διαλεκτική, διαλογική ευστοχία· εύλογα, πώς θα μπορούσε, αφού
δόκιμα θεατρικά κείμενα του συγγραφέα
έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς, σε πλείστες όσες επαγγελματικές θεατρικές
σκηνές της χώρας με τη δέουσα επιτυχία.
Εκείνο που χαρακτηρίζει, έτι
περαιτέρω, τα συγκεκριμένα κείμενα, πάντως, είναι ότι, παρότι αναδεικνύουν
υποδόρια τα υπαρξιακά αδιέξοδα τα οποία βρίσκονται πανταχού
παρόντα, ανεξάρτητα αν εμφανίζονται ως εμμονικές, περιθωριακές, συμπεριφορές,
καθώς το παράλογο επικρέμαται ως Δαμόκλειος σπάθη επί των κεφαλών τους,
σε σημείο να σου δημιουργείται η βεβαιότητα ότι ένας, οιονεί, Ιονέσκο,
αναδύεται, θα αναδυθεί, μέσα από τις λιτές σελίδες τους, εντούτοις, δεν φέρουν
κανένα αρνητικό φορτίο ικανό να αποπροσανατολίσει τον αναγνώστη, πολλώ δε
μάλλον, να ακυρώσει την ποιότητα του λόγου και των χαρακτήρων· πράγμα που τα καθιστά απόλυτα αποδεκτά από όλο το
κοινωνικό, αναγνωστικό φάσμα, καθώς διακρίνονται από ισόρροπη κατασκευή ―είναι, ούτως ειπείν, αυτεξήγητα,
ευχερή στη διατύπωση και ευμενή ως προς τον νοητικό, περαιτέρω, στοχασμό! Ειρήσθω εν παρόδω, ότι, κάποια
συνοπτικά, αφαιρετικά, μέρη, προσιδιάζουν με πεζά λυρικά ποιήματα, πράγμα που
αναγορεύουν τη σύνθεση σε πρότυπο γραφής.
Ως προς την κοινωνιολογική
μυθοπλασία του, δε, εμφανώς και κινείται μέσα στα πλαίσια της τρέχουσας καθημερινότητας
με προεξέχοντα τα υπαρξιακά, διαταξικά και μεταφυσικά, ενίοτε, αδιέξοδα των
ανθρώπων, ως ανεφέρθη, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να υπάρξουν, να
επιβεβαιωθούν, προσκρούουν στις προσωπικές τους αντιφάσεις και στις κοινωνικές
σταθερές, που εγείρουν τείχη απροσπέλαστα και
από λανθάνοντα, αποκτούν ενεργητική διάσταση και δράση στην πορεία, την
εξέλιξή του μύθου.
Αυτό που θα μπορούσε να
επισημάνει, εν κατακλείδι, τέλος, κανείς, είναι ότι το έργο δεν αφήνει τίποτα
στο απυρόβλητο, βοηθούσης και της επιλογής, βέβαια, η οποία είναι δομημένη κατά τρόπο που να περιλαμβάνει
τη μέγιστη κοινωνική αντιπροσώπευση, εις τρόπον ώστε, με μια ελάχιστη
προσθαφαίρεση, να αναγνωρίζει κάποια πτυχή της ταυτότητάς του με κάποιον από
τους χαρακτήρες των διηγημάτων, ο κάθε αναγνώστης. Η σύντομη φόρμα, ο λιτός,
ελεγχόμενος, θεατρικός λόγος, η, δυνητικά, αιωρούμενη, ολοκλήρωση των μύθων,
δίνουν τη δυνατότητα στον εκάστοτε αναγνώστη να επεκτείνει έτι περαιτέρω τη
σύνθεση, τη δράση του μύθου και των χαρακτήρων, ανοίγοντας μυστικές πύλες
ατομικής διερεύνησης στα αδιέξοδα πεδία του ατόμου που αγωνιά να μετατραπεί από πλάνητας των
ανασφαλειών του και της χαμένης του ταυτότητας, στο πρώτο κινούν υποκείμενο,
μήλον της έριδος, του πρότερου εαυτού του.
δ . Μ